Σύμπραξη

Πολιτική αφήγηση με αφετηρία τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019.

Μια αλληγορία για μετάβαση στο άγνωστο

Αναζητείται ο φορέας που θα θέσει ένα συνεκτικό πολιτικό και κοινωνικό όραμα σε σφαίρα συλλογικότητας.

του Χρήστου Βαρναλίδη.

Μια αλληγορία για μετάβαση στο άγνωστο.
“Μεγάλο πέρασμα” του Doris Ziegler. Μια αλληγορία για μετάβαση στο άγνωστο.

Οι εκλογές της εβδόμης Ιουλίου διαμόρφωσαν τον νέο πολιτικό χάρτη της χώρας. Για την νέα κυβέρνηση ανοίγεται μια καθαρή τετραετής περίοδος διακυβέρνησης χωρίς θεσμικά εμπόδια (εκλογή προέδρου της δημοκρατίας, άλλη εκλογική αναμέτρηση) και για την αντιπολίτευση μια ισόχρονη περίοδος αναστοχασμού, αναδιοργάνωσης και κριτικής παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου. Αυτά είναι γνωστά και κοινότοπα. Μια όμως πιο προσεκτική ματιά στο νέο πολιτικό ανάγλυφο θα μπορούσε να μας φέρει νοερά αρκετά χρόνια πίσω, στην δεκαετία του ’70. Ένα τέτοιο ταξίδι θα ήταν πολύ ευχάριστο για όσους έχουμε κάποια ηλικία, αλλά και πολύ διαφωτιστικό για τους πιθανούς δρόμους που θα ακολουθήσει το πολιτικό εποικοδόμημα και η κοινωνία την περίοδο που έχουμε μπροστά μας.

Στα μέσα, λοιπόν, αυτής της δεκαετίας η χώρα έβγαινε, βαθιά τραυματισμένη από την όξυνση της κυπριακής κρίσης, από μια μακρά αυταρχική, αντιδημοκρατική περίοδο που κορυφώθηκε με την επταετή δικτατορική εκτροπή. Η μετάβαση στην «κανονικότητα» μιας δυτικού τύπου δημοκρατίας «ανατέθηκε» (το «από ποιους ανατέθηκε» είναι μεγάλη συζήτηση…) σε έναν κεντροδεξιό κορμό, την Ν.Δ. – διάδοχο της προδικτατορικής ΕΡΕ – που ενσωμάτωσε, σταδιακά, συντηρητικά στοιχεία του παλαιού κέντρου αλλά και μεγάλο μέρος της ακροδεξιάς, της φιλοβασιλικής από την μία μεριά, που κράτησε αποστάσεις ή και εναντιώθηκε στους συνταγματάρχες, αλλά και «ανανήψαντες» της δικτατορίας. Αυτή η συντηρητική συσσωμάτωση εξασφάλισε την «ομαλότητα» αυτής της μετάβασης αλλά και τα αυστηρά περιορισμένα όριά της, μαζί, βέβαια, με σειρά άλλων παραγόντων. Ο Ηγέτης της παράταξης αυτής, Κωνσταντίνος Καραμανλής μετά την δεκαετή «μετεκπαίδευσή» του ως αυτοεξόριστος «εις Παρισίους», προώθησε ένα δυτικοευρωπαϊκό συντηρητικό υπόδειγμα αστικού πολιτικού εκσυγχρονισμού σε θεσμικό επίπεδο (νομιμοποίηση του ΚΚΕ, δημοψήφισμα για το πολιτειακό, συνταγματική αναθεώρηση κλπ.), σε οικονομικό (επέκταση του κράτους με κρατικοποίηση ιδιωτικών επιχειρήσεων, χαρακτηριστική η κατηγορία της «σοσιαλμανίας» που του προσήψαν, πορεία προς και είσοδος τελικά στην Ε.Ο.Κ .) αλλά και στην εξωτερική πολιτική (άνοιγμα προς τους βόρειους γείτονες στην Βαλκανική, την τότε Σοβιετική Ένωση, την Κίνα). Η προσπάθεια, βέβαια, αυτή πολιτικής ευθυγράμμισης με τα κεκτημένα της περιόδου της «σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης» στην δυτική Ευρώπη, ήταν αφενός μεν, καθυστερημένη για την χώρα μας (και μάλιστα σε μια εποχή κρίσης για το μοντέλο αυτό, κυρίως στο οικονομικό πεδίο, που είχαν προκαλέσει οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις και η ύφεση της δεκαετίας εκείνης), αφετέρου δε, στενά οριοθετημένη από ποικίλους ανασχετικούς παράγοντες (ισχυρή επιρροή υπερσυντηρητικών θυλάκων και μέσα στο ίδιο το κυβερνών κόμμα, στην κοινωνία, την εκκλησία κλπ., τον ξένο παράγοντα που πάντα έπαιζε κρίσιμο ρόλο).

Διακριτή και αξιοσημείωτη παρουσία, όμως, είχε και μια σκληρότερη μερίδα της ακροδεξιάς, με ακραίες φιλοβασιλικές, εθνικιστικές-αντικομμουνιστικές θέσεις («Εθνική Δημοκρατική Ένωση», «Εθνική Παράταξις», η νεολαία της «ΕΝΕΠ» με σαφή φιλοδικτατορική φυσιογνωμία που αποτέλεσε και μήτρα για τον σχηματισμό των μελλοντικών οργανώσεων αυτού του χώρου).

Στην πλευρά της αντιπολίτευσης, η αναβίωση της προδικτατορικής «Ενώσεως Κέντρου» (ενός κόμματος-συρραφή μετριοπαθών αστικών κομμάτων, κινήσεων και προσωπικοτήτων της εποχής που σχεδόν διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη κατά την κρίση του Ιουλίου το 1965), υπό το όνομα «Ένωση Κέντρου Νέες Δυνάμεις», γρήγορα φυλλορρόησε και στελεχιακά και εκλογικά προς τους δύο πόλους του νέου, διαμορφούμενου μεταπολιτευτικού σκηνικού. Αδυνατώντας πρωτίστως να εκφράσει την ριζοσπαστικοποίηση της αντιδεξιάς μερίδας των πολιτών (των «δημοκρατικών πολιτών» όπως ήταν ο έντονα φορτισμένος όρος με τον οποίο περιγραφόταν ένα κόσμος ποικίλης ταξικής προέλευσης με ισχυρές τις καταβολές των αντιπαραθέσεων, των αγώνων και της οξύτατης πολιτικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά και των συνεπειών του αυταρχισμού του μετεμφυλιακού κράτους των «εκτάκτων μέτρων») έδωσε την θέση του σε ένα καινοτόμο για την εποχή πολιτικό κόμμα-κίνημα, το ΠΑΣΟΚ, με ριζοσπαστικό λόγο, μετωπική αντιδεξιά στάση και μια ελκυστική για την εποχή ηγετική φυσιογνωμία, τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στον χώρο, λοιπόν, του κέντρου ή της κεντροαριστεράς είχαμε μια de facto εναλλαγή στην πολιτική εκπροσώπηση.

Τέλος, στην Αριστερά θα κυριαρχήσει το ΚΚΕ (το τμήμα δηλαδή του ενιαίου ΚΚΕ που έμεινε σταθερό και σε στενή σύνδεση με την σταλινική και μετασταλινική μονολιθικότητα), ενώ ο άλλος πόλος της διάσπασης του 1968, το ΚΚΕ εσωτρικού, προσπάθησε να ευθυγραμμιστεί με το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού, προσβλέποντας σε μια ουτοπία της «Ευρώπης των λαών» και τηρώντας, ως εκ τούτου, μια καθαρή και συνεπή, θετική στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Η ΕΔΑ, προσπάθεια και αυτή αναβίωσης της προδικτατορικής «Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς», θα απορροφηθεί και αυτή, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ μια και δεν μπορεί να παίξει πλέον ούτε τον ρόλο της ως φορέα νόμιμης εκπροσώπησης του ΚΚΕ, χάνοντας έτσι την μαζικότητα και την οργανωτική στήριξη, αλλά ούτε και τον ρόλο του εκφραστή του σοσιαλιστικού ρεύματος, ρόλο που πλέον έχει αναλάβει εργολαβικά -και εν πολλοίς παραμορφωτικά – το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου πια, αφού και αυτό έχει «καθαρίσει» από ενοχλητικά παράσιτα αμφισβήτησης της αυθεντίας του (στελέχη της Δημοκρατικής Άμυνας κλπ.).

Καραβάτζιο «Νάρκισσος».

Το ταξίδι αυτό στο παρελθόν είναι χρήσιμο, γιατί μπορεί κανείς να εντοπίσει αρκετές ιστορικές αναλογίες, αλλά και κρίσιμες διαφορές, με την παρούσα εικόνα των πολιτικών συσχετισμών αλλά και προοπτικών και προσδοκιών για το μέλλον, όπως διαμορφώθηκε μετά τις τρεις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις.

Αναλογία πρώτη: Η χώρα, τυπικά, έχει εξέλθει από την βαρύτατη δεκαετή οικονομική κρίση, με την λήξη των τριών προγραμμάτων «διάσωσης». Μπορεί να ισχυριστεί, λοιπόν, κανείς ότι μπαίνει σε μια νέα ελπιδοφόρα περίοδο, με τα δημόσια οικονομικά της να «σφύζουν από υγεία» (;), σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να δημιουργούν και εκπληκτικά πλεονάσματα! Στην ουσία, όμως, η πορεία της είναι πολύ δύσκολη, γιατί πρέπει να σύρει μαζί και μια εξαιρετικά βαριά ουρά προβλημάτων (το δημόσιο χρέος, αν και «ρυθμισμένο», εξακολουθεί να είναι  υπέρογκο και μάλιστα πολύ επαυξημένο ως ποσοστό του ΑΕΠ, ο παραγωγικός προσανατολισμός παραμένει ζητούμενο, η ανεργία είναι ακόμα σε πολύ υψηλά επίπεδα κλπ.). Την δεκαετία του ’70 επίσης η χώρα ατένιζε με αισιοδοξία ένα δημοκρατικό μέλλον, έχοντας όμως πλέον να διαχειριστεί το άγος και τις συνέπειες της Κυπριακής τραγωδίας και των παρεπομένων της (διαρκή και μόνιμη πλέον αντιπαράθεση με την Τουρκία σε ψυχροπολεμικό επίπεδο), αναλώνοντας τεράστιο διπλωματικό κεφάλαιο, οικονομικούς πόρους για εξοπλισμούς και όχι πάντα με τον προσφορότερο τρόπο, για να το πούμε ευγενικά.

Από το βιβλίο του Alex Wheatle “Οι Ιππότες του Crongton”. Σε μια γειτονιά όπου πολλές μεταναστευτικές οικογένειες ζουν σε συνθήκες φτώχειας.

Αναλογία δεύτερη: Και τώρα, όπως και τότε, την επιστροφή στην ομαλότητα ή κανονικότητα, όπως είναι οι επικρατούντες όροι για κάθε εποχή, αναλαμβάνει να διαχειριστεί η συντηρητική παράταξη, προβάλλοντας πλέον ένα καθαρό νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα που και αυτό πλέον έχει ήδη θολώσει μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, τις τεράστιες κοινωνικές ανισορροπίες που έχει επιφέρει και την καταστροφική διαχείριση και κατασπατάληση φυσικών πόρων  και των ορίων  ανοχής του φυσικού περιβάλλοντος. Η διακυβέρνηση αντιμετωπίζεται από τον νέο πρωθυπουργό ως διαδικασία υλοποίησης συγκεκριμένων project, που ανατίθενται σε στελέχη του ιδιωτικού τομέα που είχαν ήδη προεπιλεγεί (υφυπουργοί, κάποιοι από τους οποίους ήλθαν κατευθείαν από τους ιδιωτικούς φορείς που συμμετέχουν και επωφελούνται από τα σχέδια αυτά). Τα στελέχη αυτά λογοδοτούν απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο που μετατρέπεται σε υπερσυγκεντρωτικό όργανο, το οποίο, παράλληλα, θα ελέγχει τους τομείς των πληροφοριών και της ενημέρωσης (ΕΥΠ, ΑΠΕ ΕΡΤ κλπ.), με προφανή στόχευση τον μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο των κρίσιμων αυτών τομέων. Για τις αμιγώς πολιτικές θέσεις των υπουργών εκτελέστηκαν και πάλι οι παραδοσιακές ασκήσεις εσωκομματικής ισορροπίας, οι γνωστές «καραμπόλες» (υπουργεία Εξωτερικών, Άμυνας, Υποδομών και Δικτύων κλπ.), εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις που τα προαναφερθέντα project απαιτούν ιδιαίτερη ενίσχυση (υπουργείο πολιτισμού, ανάπτυξης, ενέργειας). Τις προγραμματικές δηλώσεις απασχόλησαν συγκεκριμένα έργα στην περιφέρεια Αττικής, το περίφημο «πανεπιστημιακό άσυλο» και ο Ρουβίκωνας! Τελευταία καινοτομία για την αποτελεσματική διακυβέρνηση η επιλογή στελέχους εταιρίας security για την θέση του αρχηγού της ΕΥΠ.

Αναλογία τρίτη. Στην σημερινή ΝΔ είναι ενσωματωμένο ένα σημαντικό μέρος της ακροδεξιάς, όχι όμως με τα ενοχικά σύνδρομα της μεταδικτατορικής περιόδου, αλλά με σύγχρονη επιθετική ατζέντα εθνικισμού (εκφράστηκε στο θέμα της συμφωνίας για το Μακεδονικό), αυταρχισμού και νέου «αντικομμουνισμού» (με την επιθετική ρητορική περί ήττας και εξαφάνισης των ιδεών της Αριστεράς και όχι μόνο της πολιτικής της απήχησης). Μάλιστα, υπουργός της νέας κυβέρνησης με γνωστό, πλούσιο παρελθόν και συγκροτημένο ιδεολογικό λόγο αναγκάστηκε να κάνει και μια επίσκεψη «μετάνοιας» στο Εβραϊκό Μουσείο της Αθήνας, άσχετη από τα καθήκοντα του συντονισμού άσκησης της αγροτικής πολιτικής που του ανατέθηκαν, για να κατευνάσει τις διαμαρτυρίες της Ισραηλινής πλευράς, κρίσιμης συμμάχου της χώρας στην σημερινή συγκυρία, για τις αντισημιτικές θέσεις που έχει εκφράσει κατά καιρούς.

Αναλογία τέταρτη. Εκτός του κορμού της ΝΔ κινείται  και σήμερα διακριτό ένα ακροδεξιό ρεύμα. Εκφράζεται σε ένα σταθερό ποσοστό από λούμπεν κομματικά μορφώματα που προβάλλουν έναν απατηλό αντισυστημικό χαρακτήρα, με επιθετική εθνικιστική, ξενοφοβική, και αντιευρωπαϊκή ρητορική, που, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να συναντηθεί με το αντίστοιχο ρεύμα υπερσυντηρητικής αναδίπλωσης που διαπερνά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο ακροδεξιός λόγος, ως διεγέρτης ενστίκτων και συναισθημάτων και καταστολέας του ορθολογισμού,  έχει ευρύτερο της εκλογικής αντιπροσώπευσής του ακροατήριο. Γίνεται δεκτός από κάποια κοινωνικά στρώματα ως ρηξικέλευθος και αποκαλυπτικός. Η αποενοχοποίηση που φέρνει η χρονική απόσταση από σκληρές αυταρχικές περιόδους της ιστορίας μπορεί να τον καταστήσει μια επικίνδυνη διέξοδο της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Ο κίνδυνος αυτός είναι διαρκής και όχι ασήμαντος.

Αναλογία πέμπτη. Στον χώρο της κεντροαριστεράς το εκλογικό σώμα φαίνεται ότι αποφάσισε να επιλέξει ως βασικό εκφραστή του προοδευτικού δημοκρατικού πόλου τον ΣΥΡΙΖΑ. Πολλές «αυθεντίες του δημόσιου λόγου» προέβλεψαν την κατάρρευσή του, αγνοώντας την σταδιακή εξέλιξη του φαινομένου αυτής της αλλαγής εκπροσώπησης, τις ιδιαίτερες αιτίες και τα χαρακτηριστικά του και, συνεπώς, την μονιμότητά του. Το ΚΙΝΑΛ έχει, πλέον, καταγραφεί στην συλλογική πολιτική συνείδηση ως κατάλοιπο των χειρότερων πλευρών της παρακμής του παλιού ΠΑΣΟΚ, της ευνοιοκρατίας, της διαφθοράς, του δεξιόστροφου «εκσυγχρονισμού». Η σημερινή ηγεσία του το καλύτερο που μπορεί να πετύχει είναι μια ψωροπερήφανη στασιμότητα και να αναμένει, ως χρυσή εφεδρεία, να κληθεί να εισφέρει για την παράταση της συντηρητικής διακυβέρνησης, στην περίπτωση κάποιου μελλοντικού εκλογικού παραπατήματος.

Αναλογία έκτη: Τέλος, η προσήλωση στην άκαμπτη κομμουνιστική ορθοδοξία από την πλευρά του ΚΚΕ και η προβολή μιας νέας ευρωπαϊκής μεταρρυθμιστικής ουτοπίας από το ΜΕΡΑ25 συμπληρώνουν τον νέο πολιτικό χάρτη που σχηματίστηκε την 7η Ιουλίου, θυμίζοντας τους δρόμους που ακολούθησαν τα δύο τμήματα του ενιαίου ΚΚΕ που προέκυψαν από την διάσπαση του 1968.

Η χώρα μας και σήμερα, όπως και στην δεκαετία του ’70, αναμετράται με παρόμοια διακυβεύματα. Ο δημοκρατικός εκσυγχρονισμός στο πεδίο των θεσμών , της καθημερινής λειτουργίας του κράτους και των φορέων συλλογικής δράσης και αντιπροσώπευσης (κόμματα, συνδικάτα κλπ.), η προοδευτική κατοχύρωση ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων στην εργασία, στην ιδιωτική ζωή, η αναχαίτιση του συντηρητισμού που διατηρεί πάντα ισχυρότατα ερείσματα όχι μόνο στην κοινωνική λειτουργία και στις νοοτροπίες, αλλά και στην ίδια την συνείδηση των πολιτών και καλλιεργείται καθημερινά με την δημιουργία φοβικών συνδρόμων, είναι ακόμα και σήμερα, με νέα χαρακτηριστικά αλλά ίδια στην ουσία και την βάση τους, θεμελιώδη ζητούμενα. Το ευρύτερο περιβάλλον είναι όμως ριζικά διαφορετικό τουλάχιστον στις ακόλουθες συνθήκες:

Συνθήκη πρώτη. Τότε, η κοινωνία μας έβγαινε από μια μακρά περίοδο αυταρχισμού, θεσμικών εκτροπών και ακραίου συντηρητισμού, με ένα συγκεκριμένο όραμα πολιτικού εκδημοκρατισμού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Ωθούσε προς ένα ιδεατό ευρωπαϊκό πρότυπο που διασφάλιζε την δημοκρατική ομαλότητα, την ευημερία ως αποτέλεσμα ενός σταθερού πλαισίου κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, ελευθερίας της έκφρασης και σεβασμού της προσωπικής επιλογής. Η ύπαρξη ενός σαφούς και επιτεύξιμου συλλογικού στόχου και η αντίληψη της ευθείας συσχέτισης της εκπλήρωσής του με την ατομική ευημερία, η πεποίθηση δηλαδή ότι η πολιτική και κοινωνική μεταρρύθμιση θα βελτιώσει τον προσωπικό και οικογενειακό βίο, σε συνδυασμό με την γοητεία που ασκούσαν οι συλλογικοί αγώνες και τα κινήματα του πρόσφατου παρελθόντος (φοιτητικό κίνημα, κίνημα του 114, δημοκρατική νεολαία Λαμπράκη κλπ.) δημιουργούσαν την διάθεση σε μεγάλη μερίδα των πολιτών, ιδιαίτερα των πλέον δυναμικών στρωμάτων, για πολιτική στράτευση και συλλογική δράση.

Σήμερα, η τυπική έξοδος από την περίοδο των προγραμμάτων «διάσωσης» σηματοδοτεί το τέλος μόνο μιας φάσης της κρίσης κατάρρευσης του «καθ’ ημάς» νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος των δεκαετιών του 1990 και 2000. Η «ισχυρή Ελλάδα» του Κ. Σημίτη και η «ειρηνική επανάσταση» του Κ. Καραμανλή, πολιτικά αφηγήματα-πομφόλυγες όπως αυτές που εξέθρεψαν στην οικονομία (χρηματιστήριο, ακίνητα, υπερδανεισμός κράτους και ιδιωτών κλπ.) στον δημόσιο τομέα (ανεξέλεγκτες προσλήψεις, διαφθορά κλπ.), ακόμα και στον τρόπο της ιδιωτικής ζωής (καταναλωτικός ευδαιμονισμός) σαρώθηκαν ως χάρτινοι πύργοι με την πρώτη σοβαρή παγκόσμια κρίση του νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η δεκαετής «εξυγίανση» καταλείπει στο κοινωνικό σώμα εντονότερες ανισότητες, κατεστραμμένους τους πυλώνες σταθερότητας και ασφάλειας (σταθερή εργασία, κοινωνική ασφάλιση, εργασιακά δικαιώματα) και απουσία πειστικής προοπτικής για το μέλλον. Ως εκ τούτου, οι πολίτες προσβλέπουν σχεδόν αποκλειστικά στην επιτυχία ατομικών στρατηγικών επιβίωσης και προόδου. Το σύστημα, λοιπόν, πολιτικής διαμεσολάβησης λειτουργεί πλέον στα ακρότατα όριά του, αυτονομημένο σχεδόν και απαλλαγμένο από οποιοδήποτε σοβαρό, πολιτικά νομιμοποιημένο και συγκροτημένο συλλογικό έλεγχο. Η κοινωνία μας έχει καταληφθεί από πανδημία πολιτικού μιθριδατισμού, ο οποίος καλλιεργείται συστηματικά.

Συνθήκη δεύτερη: Η πολιτική εξέλιξη της δεκαετίας του ’70 έγινε σε ένα σταθερό διεθνές πλαίσιο που είχε διαμορφώσει ο ψυχρός πόλεμος. Σήμερα, η αστάθεια, ιδιαίτερα στην δική μας περιοχή, αποτελεί  κανονικότητα. Μπορεί μάλιστα να δούμε τα σύνορα ενός νέου ψυχρού πολέμου να χαράσσονται στο Αιγαίο. Χώρες με ατελή και προβληματική συγκρότηση, έλλειψη στρατηγικής, κατακερματισμένη κοινωνία, χωρίς την δυνατότητα αναδιαμόρφωσης της συλλογικής της ταυτότητας που θα ενσωματώνει συντεταγμένα τις νέες εξελίξεις (μετανάστευση, πολυπολιτισμικότητα), θα οδηγηθούν σε ένα μέλλον αβέβαιο και ανασφαλές και θα υποστούν περαιτέρω απομείωση των όποιων δυνατοτήτων διακριτής ύπαρξης και δράσης διαθέτουν ακόμα.

Το κομματικό δίπολο που διαμορφώνεται μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου είναι απολύτως ανεπαρκές, ιδιαίτερα στην μορφή που παρουσιάζει τώρα, προκειμένου να ανταποκριθεί και στις πιο βασικές ανάγκες και προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τόπος μας. Η χώρα δεν μπορεί να κυβερνηθεί ως ανώνυμη εταιρία με νεοσυντηρητικές και οπισθοδρομικές πρακτικές (ασφυκτικός πρωθυπουργικός συγκεντρωτισμός, ασκήσεις αυταρχισμού κλπ.) και δεν αρκεί η άσκηση παρωχημένου τύπου αντιπολίτευσης. Απαιτείται η προβολή ενός συνεκτικού πολιτικού και κοινωνικού οράματος που να συνεγείρει την κοινωνία και να επαναφέρει τους πολίτες στην σφαίρα της συλλογικότητας. Η ανάγκη αυτή είναι διαρκής, επιτακτική και επείγουσα. Ζητείται πάντα ο φορέας που θα θέσει στην αιχμή της δράσης του την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης αποτελεσματικά, ορθολογικά-επιστημονικά και, πρωτίστως, πολιτικά.

Τελευταία νέα

Διαβάστε επίσης